ομοιοπαθής


ομοιοπαθής
-ές (ΑΜ ὁμοιοπαθής, -ές)
1. αυτός που βρίσκεται στην ίδια κατάσταση με άλλον ή με άλλους, αυτός που παθαίνει τα ίδια δεινά με άλλον ή με άλλους
2. (για πράγματα) αυτός που υπόκειται στους ίδιους νόμους στους οποίους υπόκεινται και άλλοι.
επίρρ...
ὁμοιοπαθῶς (Μ)
με τρόπο ομοιοπαθή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ομοι(ο)-* + -παθής (< πάθος), πρβλ. πολυ-παθής].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ὁμοιοπαθής — having like feelings masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ομοιοπαθής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή 1. για πρόσωπα, αυτός που έπαθε τα ίδια με άλλον. 2. για πράγματα, αυτός που βρίσκεται στην ίδια κατάσταση με άλλους, που επηρεάζεται από τους ίδιους νόμους ή συνθήκες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ὁμοιοπαθῇς — ὁμοιοπαθέω have similar feelings pres subj act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὁμοιοπαθῆ — ὁμοιοπαθής having like feelings neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ὁμοιοπαθής having like feelings masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ὁμοιοπαθής having like feelings masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὁμοιοπαθές — ὁμοιοπαθής having like feelings masc/fem voc sg ὁμοιοπαθής having like feelings neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὁμοιοπαθοῦς — ὁμοιοπαθής having like feelings masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὁμοιοπαθέες — ὁμοιοπαθής having like feelings masc/fem nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὁμοιοπαθέσι — ὁμοιοπαθής having like feelings masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὁμοιοπαθέσιν — ὁμοιοπαθής having like feelings masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὁμοιοπαθέστατοι — ὁμοιοπαθής having like feelings masc nom/voc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.